Axios: Στο τραπέζι ο διεθνής «Συνασπισμός του Ορμούζ» από τον Τραμπ και η κατάληψη του νησιού Χαργκ
Ο Τραμπ επιδιώκει πολυεθνική ναυτική δύναμη στον Περσικό Κόλπο καθώς η κρίση με το Ιράν κλιμακώνεται.
Τη συγκρότηση ενός πολυεθνικού συνασπισμού χωρών με στόχο την επαναλειτουργία της εμπορικής ναυσιπλοΐας στο Στενό του Ορμούζ φαίνεται πως σχεδιάζει ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, σύμφωνα με τέσσερις πηγές που μίλησαν στο πρακτορείο Axios. Η ανακοίνωση της πρωτοβουλίας ενδέχεται να γίνει ακόμη και μέσα στην εβδομάδα, καθώς η ένταση στον Περσικό Κόλπο συνεχίζει να αυξάνεται και οι διεθνείς αγορές ενέργειας δέχονται ισχυρές πιέσεις.
Παράλληλα, σύμφωνα με Αμερικανούς αξιωματούχους, ο Τραμπ εξετάζει και ένα πιο επιθετικό σενάριο: την κατάληψη της στρατηγικής πετρελαϊκής εγκατάστασης του Ιράν στο νησί Χαργκ, μια κίνηση που θα απαιτούσε άμεση στρατιωτική παρουσία των ΗΠΑ στην περιοχή. Το σενάριο αυτό θα μπορούσε να ενεργοποιηθεί εάν τα δεξαμενόπλοια συνεχίσουν να παραμένουν ακινητοποιημένα στον Περσικό Κόλπο.
Η κρίση έχει ιδιαίτερη σημασία για την παγκόσμια οικονομία αφού οι τιμές του πετρελαίου και του φυσικού αερίου αυξάνονται με το Ιράν να εμποδίζει τη διέλευση δεξαμενόπλοιων που μεταφέρουν πετρέλαιο από τις χώρες του Κόλπου, περιορίζοντας σημαντικό μέρος της παγκόσμιας προσφοράς αργού. Ταυτόχρονα, σύμφωνα με τις ίδιες πηγές, επιτρέπει την ελεύθερη διέλευση πλοίων που μεταφέρουν ιρανικό πετρέλαιο, διατηρώντας έτσι τη ροή εξαγωγών προς την Κίνα και άλλους αγοραστές.
Διπλωματικός μαραθώνιος για τη δημιουργία διεθνούς ναυτικής δύναμης
Σε ανάρτησή του το Σάββατο στο Truth Social, ο Αμερικανός πρόεδρος υποστήριξε ότι οι ΗΠΑ και αρκετές ακόμη χώρες σχεδιάζουν να στείλουν πολεμικά πλοία στον Περσικό Κόλπο προκειμένου να αποκαταστήσουν την ελεύθερη ναυσιπλοΐα. Παράλληλα κάλεσε την Κίνα, τη Γαλλία, την Ιαπωνία, τη Νότια Κορέα και το Ηνωμένο Βασίλειο να συμμετάσχουν στην προσπάθεια.
Την Κυριακή, μιλώντας σε δημοσιογράφους στο προεδρικό αεροσκάφος Air Force One, ο Τραμπ δήλωσε ότι «απαιτεί» από τις χώρες του ΝΑΤΟ και από μεγάλα κράτη που εισάγουν πετρέλαιο, μεταξύ αυτών και η Κίνα, να συμβάλουν στην ασφάλεια της ναυσιπλοΐας στο στενό. «Μιλάμε με άλλες χώρες για την αστυνόμευση των στενών. Θα ήταν καλό να έχουμε κι άλλες να συμμετέχουν μαζί μας. Εμείς θα βοηθήσουμε και λαμβάνουμε θετικές απαντήσεις», δήλωσε χαρακτηριστικά.
Σύμφωνα με τον ίδιο, οι Ηνωμένες Πολιτείες βρίσκονται ήδη σε συνομιλίες με επτά χώρες, αν και ορισμένες έχουν απορρίψει την πρόταση. Υποστήριξε επίσης ότι η αποστολή θα είναι περιορισμένη, εκτιμώντας ότι το Ιράν διαθέτει «πολύ μικρή ισχύ πυρός».
Το Σαββατοκύριακο, ο Τραμπ και ανώτεροι αξιωματούχοι της κυβέρνησης πραγματοποίησαν αλλεπάλληλες τηλεφωνικές επαφές με συμμάχους προκειμένου να διαμορφώσουν τον σχεδιαζόμενο συνασπισμό. Στο πλαίσιο αυτό, ο Αμερικανός πρόεδρος είχε τηλεφωνική επικοινωνία την Κυριακή με τον Βρετανό πρωθυπουργό Κιρ Στάρμερ, παρά το γεγονός ότι λίγες ημέρες νωρίτερα είχε δηλώσει πως ήταν «πολύ αργά» για το Λονδίνο να εμπλακεί.
Πηγή που γνωρίζει τις διαβουλεύσεις ανέφερε ότι το Σαββατοκύριακο ήταν «ιδιαίτερα έντονο διπλωματικά», με συνεχείς επαφές μεταξύ των ΗΠΑ, ευρωπαϊκών χωρών, συμμάχων του Κόλπου και ασιατικών κρατών. Ο βασικός στόχος της αμερικανικής κυβέρνησης είναι να εξασφαλίσει πολιτική δέσμευση για τη δημιουργία μιας πολυεθνικής ναυτικής δύναμης, την οποία ο Λευκός Οίκος αποκαλεί «Συνασπισμό του Ορμούζ».
Μέχρι στιγμής καμία χώρα δεν έχει ανακοινώσει δημόσια τη συμμετοχή της. Ωστόσο, σύμφωνα με ανώτερο αξιωματούχο της αμερικανικής κυβέρνησης, ο Τραμπ εκτιμά ότι ορισμένες χώρες θα δηλώσουν την υποστήριξή τους εντός της εβδομάδας, σχηματίζοντας έτσι αυτό που ο Λευκός Οίκος περιγράφει ως «Συνασπισμό του Ορμούζ».
«Το μεγαλύτερο μέρος αυτού του πετρελαίου δεν προορίζεται για εμάς, αλλά για άλλες χώρες. Αν το θέλουν και θέλουν να πέσουν οι τιμές, θα πρέπει να βοηθήσουν», σημείωσε ο ίδιος αξιωματούχος.
Σε επόμενο στάδιο θα καθοριστεί ποια χώρα θα συνεισφέρει συγκεκριμένα μέσα, όπως πολεμικά πλοία, συστήματα διοίκησης και ελέγχου, μη επανδρωμένα αεροσκάφη και άλλες στρατιωτικές δυνατότητες.
Την Πέμπτη, ο Τραμπ αναμένεται να συζητήσει το ζήτημα του Ιράν και την ασφάλεια των δεξαμενόπλοιων με την πρωθυπουργό της Ιαπωνίας Σανάε Τακαΐτσι, η οποία θα πραγματοποιήσει την πρώτη επίσημη επίσκεψή της στον Λευκό Οίκο.
Παράλληλα, η Ουάσινγκτον ασκεί πιέσεις και προς το Πεκίνο. Ο Τραμπ επιδιώκει η Κίνα να δεσμευθεί στη συμμαχία πριν από την προγραμματισμένη επίσκεψή του στο Πεκίνο για τη σύνοδο κορυφής με τον πρόεδρο Σι Τζινπίνγκ στο τέλος του μήνα, ενώ έχει αφήσει ανοιχτό ακόμη και το ενδεχόμενο αναβολής του ταξιδιού εάν το Πεκίνο δεν δεσμευτεί.
Ένας Ιρανός αξιωματούχος δήλωσε στο CNN ότι η χώρα θα μπορούσε να επιτρέψει την ασφαλή διέλευση των δεξαμενόπλοιων εάν το πετρέλαιο διακινείται σε κινεζικό γιουάν αντί για αμερικανικό δολάριο.
Το νησί Χαργκ στο επίκεντρο της στρατιωτικής στρατηγικής
Την ίδια στιγμή, οι αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις συνεχίζουν τις επιθέσεις εναντίον ιρανικών στόχων σε διάφορες περιοχές της χώρας, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στις ακτές του Περσικού Κόλπου και στο νησί Χαργκ. Το συγκεκριμένο νησί βρίσκεται περίπου 15 μίλια από τις ακτές του Ιράν και αποτελεί κομβικό τερματικό σταθμό μέσω του οποίου διακινείται περίπου το 90% των εξαγωγών αργού πετρελαίου της χώρας.
Την Παρασκευή ο Τραμπ ανακοίνωσε ότι διέταξε επιθέσεις σε στρατιωτικές εγκαταστάσεις στο νησί, αποφεύγοντας ωστόσο να πλήξει τις ίδιες τις πετρελαϊκές εγκαταστάσεις του. Το Σάββατο δήλωσε στο NBC ότι οι ΗΠΑ «μπορεί να το χτυπήσουν μερικές ακόμη φορές απλώς για πλάκα».
Ανώτερος αξιωματούχος του Λευκού Οίκου διευκρίνισε ότι δεν έχει ληφθεί ακόμη καμία απόφαση για το νησί, υπογραμμίζοντας ότι «κανείς δεν πρέπει να ερμηνεύσει τίποτα περισσότερο από όσα ανακοίνωσε ο πρόεδρος». Ωστόσο, όπως πρόσθεσε, η στάση αυτή θα μπορούσε να αλλάξει εάν η προσπάθεια για την εκκαθάριση του Στενού του Ορμούζ συνεχιστεί.
Σύμφωνα με έναν ακόμη Αμερικανό αξιωματούχο, ο Τραμπ φαίνεται να έλκεται από την ιδέα της άμεσης κατάληψης καθώς εκτιμά ότι μια τέτοια κίνηση θα μπορούσε να αποτελέσει «οικονομικό νοκ άουτ» για το ιρανικό καθεστώς, στερώντας από την Τεχεράνη τη βασική πηγή χρηματοδότησής της.
Παρά τα πιθανά στρατηγικά οφέλη, μια τέτοια επιχείρηση θα συνεπαγόταν σημαντικούς κινδύνους. Η κατάληψη του νησιού θα απαιτούσε στρατιωτική παρουσία στο έδαφος και θα μπορούσε να προκαλέσει ιρανικά αντίποινα εναντίον πετρελαϊκών εγκαταστάσεων και αγωγών σε ολόκληρη την περιοχή του Κόλπου, ιδιαίτερα στη Σαουδική Αραβία.
«Υπάρχουν μεγάλα ρίσκα. Υπάρχουν όμως και μεγάλα οφέλη. Ο πρόεδρος δεν έχει φτάσει ακόμη σε αυτό το σημείο και δεν λέμε ότι θα φτάσει», δήλωσε χαρακτηριστικά αξιωματούχος της αμερικανικής κυβέρνησης.